εκρηκτικός
•
- που μπορεί να προκαλέσει έκρηξη Βικιλεξικό
- Ο πολιτισμός δίνει ανάσες, «εξουδετερώνει» προσωρινά το πολιτικό ναρκοπέδιο τη δεκαετία του 1960. Η εγκιβωτισμένη εκρηκτική ύλη είναι όμως εκεί. και Η Ένωση Κέντρου έχει μόλις γεννηθεί, θεωρείται ευάλωτη, ψαθυρή. (Ελευθερία Κόλλια, Στα χρόνια του Χρήστου Λαμπράκη. Μαρτυρίες και αφηγήσεις για τον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη 1957-2017, 2023)
- που μπορεί να καταστραφεί με έκρηξη Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου εκδηλώνει με έντονο τρόπο συναισθήματα Βικιλεξικό
- εκρηκτικός χαρακτήρας
- μεταφορικάπου προκαλεί, που εξάπτει Βικιλεξικό
- εκρηκτική ομορφιά
Ετυμολογία
εκρηκτικός, ήδη από το 1885 ως «ἐκρηκτική» (για ύλη) σε κείμενο του φυσικομαθηματικού Αναστασίου Κ. Δαμβέργη < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική explosif : Μορφολογικά αναλύεται σε εκρηκ- (όπως στο ρήμα εκρήγνυμαι) + -τικός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκρηκτικός | εκρηκτική | εκρηκτικό |
| Γενική | εκρηκτικού | εκρηκτικής | εκρηκτικού |
| Αιτιατική | εκρηκτικό | εκρηκτική | εκρηκτικό |
| Κλητική | εκρηκτικέ | εκρηκτική | εκρηκτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκρηκτικοί | εκρηκτικές | εκρηκτικά |
| Γενική | εκρηκτικών | εκρηκτικών | εκρηκτικών |
| Αιτιατική | εκρηκτικούς | εκρηκτικές | εκρηκτικά |
| Κλητική | εκρηκτικοί | εκρηκτικές | εκρηκτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →