εκριζώνω
•
- βγάζω κάτι από τη ρίζα, κυριολεκτικά αναφέρεται σε φυτό, αλλά χρησιμοποιείται και μεταφορικά - όταν κάποιος προλαμβάνει ένα πρόβλημα, σταματώντας το από τη στιγμή που θα αρχίσει να εκδηλώνεται Βικιλεξικό
- Στη διάρκεια της τριετούς ισχύος του κανονισμού, θα εκριζωθούν 30000 στρεμμ. αμπελώνων
- ό τουρισμός εκριζώνει τά ήθη τών "Ελλήνων άπειλητικώς (Πρακτικά Ακαδημίας Αθηνών, τόμος 51, 1977)
Ετυμολογία
εκριζώνω < ἐκριζ(ῶ) + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκριζώνω | εκριζώνεις | εκριζώνει | εκριζώνουμε | εκριζώνετε | εκριζώνουν / εκριζώνουνε |
| Παρατατικός | εκρίζωνα | εκρίζωνες | εκρίζωνε | εκριζώναμε | εκριζώνατε | εκρίζωναν / εκριζώναν / εκριζώνανε |
| Αόριστος | εκρίζωσα | εκρίζωσες | εκρίζωσε | εκριζώσαμε | εκριζώσατε | εκρίζωσαν / εκριζώσαν / εκριζώσανε |
| Μέλλοντας | θα εκριζώνω / θα εκριζώσω | θα εκριζώνεις / θα εκριζώσεις | θα εκριζώνει / θα εκριζώσει | θα εκριζώνουμε / θα εκριζώσουμε | θα εκριζώνετε / θα εκριζώσετε | θα εκριζώνουν / θα εκριζώνουνε / θα εκριζώσουν / θα εκριζώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκριζώσει | έχεις εκριζώσει | έχει εκριζώσει | έχουμε εκριζώσει | έχετε εκριζώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκριζώσει | είχες εκριζώσει | είχε εκριζώσει | είχαμε εκριζώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκριζώσει / να εκριζώνω / να εκριζώσω | να έχεις εκριζώσει / να εκριζώνεις / να εκριζώσεις | να έχει εκριζώσει / να εκριζώνει / να εκριζώσει | να έχουμε εκριζώσει / να εκριζώνουμε / να εκριζώσουμε | να έχετε εκριζώσει / να εκριζώνετε / να εκριζώσετε | να εκριζώνουν / να εκριζώνουνε / να εκριζώσουν / να εκριζώσουνε |
| Προστακτική | — | εκρίζωνε / εκρίζωσε | — | — | εκριζώνετε / εκριζώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →