εκστομίζω
•
- λόγιοξεστομίζω Βικιλεξικό
- τεχνολογικός όρος^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
- τεχνολογικός όρος^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκστομίζω < εκ- στόμ(α) + -ίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη νέα ελληνική ξεστομίζω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκστομίζω | εκστομίζεις | εκστομίζει | εκστομίζουμε | εκστομίζετε | εκστομίζουν / εκστομίζουνε |
| Παρατατικός | εκστόμιζα | εκστόμιζες | εκστόμιζε | εκστομίζαμε | εκστομίζατε | εκστομίζαν / εκστομίζανε / εκστόμιζαν |
| Αόριστος | εκστόμισα | εκστόμισες | εκστόμισε | εκστομίσαμε | εκστομίσατε | εκστομίσαν / εκστομίσανε / εκστόμισαν |
| Μέλλοντας | θα εκστομίζω / θα εκστομίσω | θα εκστομίζεις / θα εκστομίσεις | θα εκστομίζει / θα εκστομίσει | θα εκστομίζουμε / θα εκστομίσουμε | θα εκστομίζετε / θα εκστομίσετε | θα εκστομίζουν / θα εκστομίζουνε / θα εκστομίσουν / θα εκστομίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκστομίσει | έχεις εκστομίσει | έχει εκστομίσει | έχουμε εκστομίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκστομίσει | είχες εκστομίσει | είχε εκστομίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκστομίσει / να εκστομίζω / να εκστομίσω | να έχεις εκστομίσει / να εκστομίζεις / να εκστομίσεις | να έχει εκστομίσει / να εκστομίζει / να εκστομίσει | να έχουμε εκστομίσει / να εκστομίζουμε / να εκστομίσουμε | να εκστομίζετε / να εκστομίσετε | να εκστομίζουν / να εκστομίζουνε / να εκστομίσουν / να εκστομίσουνε |
| Προστακτική | — | εκστόμιζε / εκστόμισε | — | — | εκστομίζετε / εκστομίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εκστομίστηκαεκστομίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →