Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκστομίζω

/ek.stoˈmi.zo/ρήμα
•
  1. λόγιοξεστομίζω Βικιλεξικό
  2. τεχνολογικός όρος^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
  3. τεχνολογικός όρος^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκστομίζω < εκ- στόμ(α) + -ίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη νέα ελληνική ξεστομίζω)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεκστομίζωεκστομίζειςεκστομίζειεκστομίζουμεεκστομίζετεεκστομίζουν / εκστομίζουνε
Παρατατικόςεκστόμιζαεκστόμιζεςεκστόμιζεεκστομίζαμεεκστομίζατεεκστομίζαν / εκστομίζανε / εκστόμιζαν
Αόριστοςεκστόμισαεκστόμισεςεκστόμισεεκστομίσαμεεκστομίσατεεκστομίσαν / εκστομίσανε / εκστόμισαν
Μέλλονταςθα εκστομίζω / θα εκστομίσωθα εκστομίζεις / θα εκστομίσειςθα εκστομίζει / θα εκστομίσειθα εκστομίζουμε / θα εκστομίσουμεθα εκστομίζετε / θα εκστομίσετεθα εκστομίζουν / θα εκστομίζουνε / θα εκστομίσουν / θα εκστομίσουνε
Παρακείμενοςέχω εκστομίσειέχεις εκστομίσειέχει εκστομίσειέχουμε εκστομίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα εκστομίσειείχες εκστομίσειείχε εκστομίσει———
Υποτακτικήνα έχω εκστομίσει / να εκστομίζω / να εκστομίσωνα έχεις εκστομίσει / να εκστομίζεις / να εκστομίσειςνα έχει εκστομίσει / να εκστομίζει / να εκστομίσεινα έχουμε εκστομίσει / να εκστομίζουμε / να εκστομίσουμενα εκστομίζετε / να εκστομίσετενα εκστομίζουν / να εκστομίζουνε / να εκστομίσουν / να εκστομίσουνε
Προστακτική—εκστόμιζε / εκστόμισε——εκστομίζετε / εκστομίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

εκστομίστηκαεκστομίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →