Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκσφενδονίζω

/ek.sfen.ðoˈni.zo/ρήμα
•
  1. ρίχνω μακριά και με ορμή (σαν να ρίχνω με μια σφεντόνα) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκσφενδονίζω < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἐκσφενδονίζω < ελληνιστική κοινή ἐκσφενδον(άω) / ἐκσφενδον(ῶ) + -ίζω < ἐκ + αρχαία ελληνική σφενδονάω / σφενδονῶ < σφενδόνη

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεκσφενδονίζωεκσφενδονίζειςεκσφενδονίζειεκσφενδονίζουμεεκσφενδονίζετεεκσφενδονίζουν / εκσφενδονίζουνε
Παρατατικόςεκσφενδόνιζαεκσφενδόνιζεςεκσφενδόνιζεεκσφενδονίζαμεεκσφενδονίζατεεκσφενδονίζαν / εκσφενδονίζανε / εκσφενδόνιζαν
Αόριστοςεκσφενδόνισαεκσφενδόνισεςεκσφενδόνισεεκσφενδονίσαμεεκσφενδονίσατεεκσφενδονίσαν / εκσφενδονίσανε / εκσφενδόνισαν
Μέλλονταςθα εκσφενδονίζω / θα εκσφενδονίσωθα εκσφενδονίζεις / θα εκσφενδονίσειςθα εκσφενδονίζει / θα εκσφενδονίσειθα εκσφενδονίζουμε / θα εκσφενδονίσουμεθα εκσφενδονίζετε / θα εκσφενδονίσετεθα εκσφενδονίζουν / θα εκσφενδονίζουνε / θα εκσφενδονίσουν / θα εκσφενδονίσουνε
Παρακείμενοςέχω εκσφενδονίσειέχεις εκσφενδονίσειέχει εκσφενδονίσειέχουμε εκσφενδονίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα εκσφενδονίσειείχες εκσφενδονίσειείχε εκσφενδονίσει———
Υποτακτικήνα έχω εκσφενδονίσει / να εκσφενδονίζω / να εκσφενδονίσωνα έχεις εκσφενδονίσει / να εκσφενδονίζεις / να εκσφενδονίσειςνα έχει εκσφενδονίσει / να εκσφενδονίζει / να εκσφενδονίσεινα έχουμε εκσφενδονίσει / να εκσφενδονίζουμε / να εκσφενδονίσουμενα εκσφενδονίζετε / να εκσφενδονίσετενα εκσφενδονίζουν / να εκσφενδονίζουνε / να εκσφενδονίσουν / να εκσφενδονίσουνε
Προστακτική—εκσφενδόνιζε / εκσφενδόνισε——εκσφενδονίζετε / εκσφενδονίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

εκσφενδονίστηκαεκσφενδονίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →