εκτάκτως
•
- λόγιοχωρίς προηγούμενο προγραμματισμό, απρόσμενα Βικιλεξικό
- λόγιογια συγκεκριμένη χρονική περίοδο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκτάκτως < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐκτάκτως
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →