Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκτακτοσυστολικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με την εκτακτοσυστολή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκτακτοσυστολικός < εκτακτοσυστολή + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκτακτοσυστολικόςεκτακτοσυστολικήεκτακτοσυστολικό
Γενικήεκτακτοσυστολικούεκτακτοσυστολικήςεκτακτοσυστολικού
Αιτιατικήεκτακτοσυστολικόεκτακτοσυστολικήεκτακτοσυστολικό
Κλητικήεκτακτοσυστολικέεκτακτοσυστολικήεκτακτοσυστολικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκτακτοσυστολικοίεκτακτοσυστολικέςεκτακτοσυστολικά
Γενικήεκτακτοσυστολικώνεκτακτοσυστολικώνεκτακτοσυστολικών
Αιτιατικήεκτακτοσυστολικούςεκτακτοσυστολικέςεκτακτοσυστολικά
Κλητικήεκτακτοσυστολικοίεκτακτοσυστολικέςεκτακτοσυστολικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →