εκτακτοσυστολικός
•
- ιατρικήπου έχει σχέση με την εκτακτοσυστολή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκτακτοσυστολικός < εκτακτοσυστολή + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκτακτοσυστολικός | εκτακτοσυστολική | εκτακτοσυστολικό |
| Γενική | εκτακτοσυστολικού | εκτακτοσυστολικής | εκτακτοσυστολικού |
| Αιτιατική | εκτακτοσυστολικό | εκτακτοσυστολική | εκτακτοσυστολικό |
| Κλητική | εκτακτοσυστολικέ | εκτακτοσυστολική | εκτακτοσυστολικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκτακτοσυστολικοί | εκτακτοσυστολικές | εκτακτοσυστολικά |
| Γενική | εκτακτοσυστολικών | εκτακτοσυστολικών | εκτακτοσυστολικών |
| Αιτιατική | εκτακτοσυστολικούς | εκτακτοσυστολικές | εκτακτοσυστολικά |
| Κλητική | εκτακτοσυστολικοί | εκτακτοσυστολικές | εκτακτοσυστολικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →