Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκτατική ανάγνωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λογοτεχνίαη (κατ’ ιδίαν) ανάγνωση ποικίλων κειμένων, με στόχο την αισθητική απόλαυση, χωρίς περαιτέρω εμβάθυνση ή άλλους στόχους Βικιλεξικό
    • Μια εκτατική ανάγνωση που κάθε άλλο παρά ενθαρρύνει την εις βάθος και ουσιαστική ανάγνωση, αφού γίνεται επιλεκτική, επικεντρώνοντας κυρίως στην πληροφορία και λιγότερο στην εμβάθυνση και στην αισθητική απόλαυση. (* εφημερίδα Το Βήμα)

Ετυμολογία

εκτατική ανάγνωση (νεολογισμός) < εκτατικός + ανάγνωση ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική extensive reading)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →