Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκτατότητα

/e.ktaˈto.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του εκτατού Βικιλεξικό
    • Η ιδιότητα αυτή -ελαστικότητα- είναι συνάρτηση της αντοχής και της εκτατό­τητας της γλουτένης. Αντοχή είναι η αντίστασή της στη διατήρηση του σχή­ματος, ενώ εκτατότητα είναι η ικανότητά της για επιμήκυνση μέχρι τη ρήξη της. Καλύ­τερης ποιότητας θεωρούνται οι γυαλιστερές και ανοιχτόχρωμες γλουτένες, με μεγάλη αντοχή και εκτατότητα (μεγάλη ελαστικότητα).

Ετυμολογία

εκτατότητα < εκτατ(ός) + -ότητα• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκτατότηταεκτατότητες
Γενικήεκτατότηταςεκτατοτήτων
Αιτιατικήεκτατότηταεκτατότητες
Κλητικήεκτατότηταεκτατότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →