εκτελών
•
- λόγιοαυτός που εκτελεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκτελών < μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εκτελώ < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐκτελῶν
Άλλοι τύποι
εκτελουσώνεκτελούνεκτελούνταεκτελούντεςεκτελούντοςεκτελούντωνεκτελούσαεκτελούσαςεκτελούσεςεκτελούσηςεκτελών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →