εκτοπίζω
•
- προκαλώ τη μετακίνηση ενός υλικού σώματος από την αρχική του θέση την οποία καταλαμβάνω εγώ Βικιλεξικό
- ένα σώμα που βυθίζεται σε υγρό εκτοπίζει όγκο υγρού ίσο με τον όγκο του
- διώχνω κάποιον και παίρνω τη θέση του Βικιλεξικό
- εξορίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκτοπίζω < αρχαία ελληνική ἐκτοπίζω < ἔκτοπος < ἐκ + τόπος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκτοπίζω | εκτοπίζεις | εκτοπίζει | εκτοπίζουμε | εκτοπίζετε | εκτοπίζουν / εκτοπίζουνε |
| Παρατατικός | εκτόπιζα | εκτόπιζες | εκτόπιζε | εκτοπίζαμε | εκτοπίζατε | εκτοπίζαν / εκτοπίζανε / εκτόπιζαν |
| Αόριστος | εκτόπισα | εκτόπισες | εκτόπισε | εκτοπίσαμε | εκτοπίσατε | εκτοπίσαν / εκτοπίσανε / εκτόπισαν |
| Μέλλοντας | θα εκτοπίζω / θα εκτοπίσω | θα εκτοπίζεις / θα εκτοπίσεις | θα εκτοπίζει / θα εκτοπίσει | θα εκτοπίζουμε / θα εκτοπίσουμε | θα εκτοπίζετε / θα εκτοπίσετε | θα εκτοπίζουν / θα εκτοπίζουνε / θα εκτοπίσουν / θα εκτοπίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκτοπίσει | έχεις εκτοπίσει | έχει εκτοπίσει | έχουμε εκτοπίσει | έχετε εκτοπίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκτοπίσει | είχες εκτοπίσει | είχε εκτοπίσει | είχαμε εκτοπίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκτοπίσει / να εκτοπίζω / να εκτοπίσω | να έχεις εκτοπίσει / να εκτοπίζεις / να εκτοπίσεις | να έχει εκτοπίσει / να εκτοπίζει / να εκτοπίσει | να έχουμε εκτοπίσει / να εκτοπίζουμε / να εκτοπίσουμε | να έχετε εκτοπίσει / να εκτοπίζετε / να εκτοπίσετε | να εκτοπίζουν / να εκτοπίζουνε / να εκτοπίσουν / να εκτοπίσουνε |
| Προστακτική | — | εκτόπιζε / εκτόπισε | — | — | εκτοπίζετε / εκτοπίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →