εκτράχυνση
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκτραχύνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκτράχυνση < εκτραχύνω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκτράχυνση | εκτραχύνσεις |
| Γενική | εκτράχυνσης | εκτραχύνσεων |
| Αιτιατική | εκτράχυνση | εκτραχύνσεις |
| Κλητική | εκτράχυνση | εκτραχύνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →