Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκτροπή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκτρέπω και του εκτρέπομαι Βικιλεξικό
    • (κυριολεκτικά) το να βγάζω ή να βγαίνει κάτι από την κανονική πορεία ή κατεύθυνση
    • (για την τηλεφωνία) η αυτόματη μεταφορά σε δεύτερο αριθμό, όλων των κλήσεων που γίνονται σε συγκεκριμένο αριθμό

Ετυμολογία

εκτροπή < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκτροπήεκτροπές
Γενικήεκτροπήςεκτροπών
Αιτιατικήεκτροπήεκτροπές
Κλητικήεκτροπήεκτροπές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →