εκτροπή
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκτρέπω και του εκτρέπομαι Βικιλεξικό
- (κυριολεκτικά) το να βγάζω ή να βγαίνει κάτι από την κανονική πορεία ή κατεύθυνση
- (για την τηλεφωνία) η αυτόματη μεταφορά σε δεύτερο αριθμό, όλων των κλήσεων που γίνονται σε συγκεκριμένο αριθμό
Ετυμολογία
εκτροπή < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκτροπή | εκτροπές |
| Γενική | εκτροπής | εκτροπών |
| Αιτιατική | εκτροπή | εκτροπές |
| Κλητική | εκτροπή | εκτροπές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →