εκτροχιάζομαι
•
- βγαίνω από την τροχιά πάνω στην οποία κινούμαι Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαρεκτρέπομαι, ξεφεύγω από τη συμπεριφορά που πρέπει ή οφείλω να έχω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκτροχιάζομαι: παθητική φωνή του ρήματος εκτροχιάζω < εκ + τροχός + -ιάζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →