Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκτρωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που προκαλεί έκτρωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκτρωτικός < ελληνιστική κοινή ἐκτρωτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκτρωτικόςεκτρωτικήεκτρωτικό
Γενικήεκτρωτικούεκτρωτικήςεκτρωτικού
Αιτιατικήεκτρωτικόεκτρωτικήεκτρωτικό
Κλητικήεκτρωτικέεκτρωτικήεκτρωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκτρωτικοίεκτρωτικέςεκτρωτικά
Γενικήεκτρωτικώνεκτρωτικώνεκτρωτικών
Αιτιατικήεκτρωτικούςεκτρωτικέςεκτρωτικά
Κλητικήεκτρωτικοίεκτρωτικέςεκτρωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →