εκτρόπιο
•
- ιατρικήμια πάθηση στην οποία το κάτω βλέφαρο γυρίζει προς τα έξω ή κρέμεται μακριά από το μάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκτρόπιο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐκτρόπιον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκτρόπιο | εκτρόπια |
| Γενική | εκτροπίου / εκτρόπιου | εκτροπίων / εκτρόπιων |
| Αιτιατική | εκτρόπιο | εκτρόπια |
| Κλητική | εκτρόπιο | εκτρόπια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →