Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκτόπισμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. (φυσική, ναυτικός όρος, ναυπηγικός όρος όγκος υγρού, συνηθέστερα νερού, που εκτοπίζει σώμα που επιπλέει ή βυθίζεται σ΄ αυτό. Βικιλεξικό
  2. φυσικήγια ημιβυθισμένο αντικείμενο, η ποσότητα (όγκος ή βάρος) του υγρού που καταλαμβάνει το βυθισμένο μέρος του. Το βάρος του εκτοπισμένου νερού είναι ίσο με το βάρος του αντικειμένου. Βικιλεξικό
  3. ναυτικός όροςτο εκτόπισμα πλοίου (βλ. φυσική προηγούμενο) που από την ποσότητα του θαλάσσιου νερού που εκτοπίζεται υπολογίζεται και το φορτίο του (βάρος) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκτόπισμα < (εκτοπίζω) εκτοπισ- + -μα & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική déplacement

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκτόπισμαεκτοπίσματα
Γενικήεκτοπίσματοςεκτοπισμάτων
Αιτιατικήεκτόπισμαεκτοπίσματα
Κλητικήεκτόπισμαεκτοπίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →