εκτύλιξη
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκτυλίσσω Βικιλεξικό
- Η ιστορική απροσδιοριστία του αγοραίου μέλλοντος διαθλώντας στους όρους πρόσληψης του αγοραίου παρόντος. Ακόμα λοιπόν και στο πλαίσιο του laisser passer, ορισμένες εξωαγοραίες παρεμβάσεις στη διαδικασία εκτύλιξης του κοινωνικού «γίγνεσθαι» δεν θα έπρεπε να αποκλείονται. (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)
Ετυμολογία
εκτύλιξη < εκτυλίσσω + -ξη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκτύλιξη | εκτυλίξεις |
| Γενική | εκτύλιξης | εκτυλίξεων |
| Αιτιατική | εκτύλιξη | εκτυλίξεις |
| Κλητική | εκτύλιξη | εκτυλίξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →