εκτύπωμα
•
- πληροφορικήη εκτύπωση από εκτυπωτή (printer) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκτύπωμα < απόδοση του αγγλικού όρου printout
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκτύπωμα | εκτυπώματα |
| Γενική | εκτυπώματος | εκτυπωμάτων |
| Αιτιατική | εκτύπωμα | εκτυπώματα |
| Κλητική | εκτύπωμα | εκτυπώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →