εκφασισμός
•
- η επικράτηση πρακτικών ή αντιλήψεων που παραπέμπουν στον φασισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκφασισμός < εκ- + φασισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκφασισμός | εκφασισμοί |
| Γενική | εκφασισμού | εκφασισμών |
| Αιτιατική | εκφασισμό | εκφασισμούς |
| Κλητική | εκφασισμέ | εκφασισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →