εκφερόμενος
•
- ο απομακρυνόμενος, απομακρυνόμενος ή αποστελλόμενος Βικιλεξικό
- ο λεγόμενος, αυτός που λέγεται Βικιλεξικό
- μεταφερόμενος προς τον τάφο νεκρός, τα μεταφερόμενα λείψανα και η εικόνα Αγίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκφερόμενος < εκφέρω(εκφορά) + -όμενος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Άλλοι τύποι
εκφερόμεναεκφερόμενεεκφερόμενεςεκφερόμενηεκφερόμενηςεκφερόμενοεκφερόμενοιεκφερόμενοςεκφερόμενουεκφερόμενουςεκφερόμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →