εκφεύγω
•
- λόγιοαποφεύγω Βικιλεξικό
- λόγιοξεφεύγω Βικιλεξικό
- λόγιοδιαφεύγω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκφεύγω < αρχαία ελληνική ἐκφεύγω < ἐκ + φεύγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκφεύγω | εκφεύγεις | εκφεύγει | εκφεύγουμε | εκφεύγετε | εκφεύγουν / εκφεύγουνε |
| Παρατατικός | εξέφευγα | εξέφευγες | εξέφευγε | εκφεύγαμε | εκφεύγατε | εκφεύγαν / εκφεύγανε / εξέφευγαν |
| Αόριστος | εξέφυγα | εξέφυγες | εξέφυγε | εκφύγαμε | εκφύγατε | εκφύγαν / εκφύγανε / εξέφυγαν |
| Μέλλοντας | θα εκφεύγω / θα εκφύγω | θα εκφεύγεις / θα εκφύγεις | θα εκφεύγει / θα εκφύγει | θα εκφεύγουμε / θα εκφύγουμε | θα εκφεύγετε / θα εκφύγετε | θα εκφεύγουν / θα εκφεύγουνε / θα εκφύγουν / θα εκφύγουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκφύγει | έχεις εκφύγει | έχει εκφύγει | έχουμε εκφύγει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκφύγει | είχες εκφύγει | είχε εκφύγει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκφύγει / να εκφεύγω / να εκφύγω | να έχεις εκφύγει / να εκφεύγεις / να εκφύγεις | να έχει εκφύγει / να εκφεύγει / να εκφύγει | να έχουμε εκφύγει / να εκφεύγουμε / να εκφύγουμε | να εκφεύγετε / να εκφύγετε | να εκφεύγουν / να εκφεύγουνε / να εκφύγουν / να εκφύγουνε |
| Προστακτική | — | έκφευγε / έκφυγε | — | — | εκφεύγετε / εκφύγτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →