Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκφραστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που εκδηλώνει συναισθήματα, που εκφράζεται Βικιλεξικό
    • Σε όλες τις προσπάθειές του παραμένει εξπρεσιονιστής, που όχι μόνο σχεδιάζει με χρώμα, αλλά και κατορθώνει να μεταφέρει στη ζωγραφική επιφάνεια όλο τον εσωτερικό χαρακτήρα και το εκφραστικό περιεχόμενο του χρώματος, χωρίς να θυσιάζει την οπτική πραγματικότητα. (Δώρα Κομίνη-Διαλέτη, Λεξικό Ελλήνων καλλιτεχνών: ζωγράφοι, γλύπτες, χαράκτες, 16ος-20́ος αιώνας, Πατ-Ω. τομος 4, εκδ. Μέλισσα, 2000, σελ. 278)
  2. γλωσσολογίαφωνολογικό ή γραμματικό στοιχείο (σπανιότερα συντακτικό) που προσδίδει σε «εκφραστικές λέξεις», ζωντάνια και έμφαση, μερικές φορές και με τη συμμετοχή ηχομιμητικών στοιχείων, ή κάποιας παρετυμολογίας (όπως στο «εφτάζυμος»), με διπλασιασμούς (όπως στο όπα όπα), ή με τη βιωματική χρήση λέξεων (όπως στο «έγινε χαμός») Βικιλεξικό
    • εκφραστικοί φθόγγοι στα ελληνικά, όπως [sf] (όπως στο σφάζω), [sx], [sç] (όπως στο σχίζω)
    • εκφραστική επανάληψη, όπως στον εκφραστικό διπλασιασμό στη λέξη χάχανο

Ετυμολογία

εκφραστικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐκφραστικός :* για τη γλωσσολογία < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική expressive

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκφραστικόςεκφραστικήεκφραστικό
Γενικήεκφραστικούεκφραστικήςεκφραστικού
Αιτιατικήεκφραστικόεκφραστικήεκφραστικό
Κλητικήεκφραστικέεκφραστικήεκφραστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκφραστικοίεκφραστικέςεκφραστικά
Γενικήεκφραστικώνεκφραστικώνεκφραστικών
Αιτιατικήεκφραστικούςεκφραστικέςεκφραστικά
Κλητικήεκφραστικοίεκφραστικέςεκφραστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →