εκφυγή
•
- η διαφυγή, το γλύτωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκφυγή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐκφυγή. Μορφολογικά αναλύεται σε εκ- + φυγή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκφυγή | εκφυγές |
| Γενική | εκφυγής | εκφυγών |
| Αιτιατική | εκφυγή | εκφυγές |
| Κλητική | εκφυγή | εκφυγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →