Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκφυγή

/ek.fiˈʝi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαφυγή, το γλύτωμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκφυγή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐκφυγή. Μορφολογικά αναλύεται σε εκ- + φυγή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκφυγήεκφυγές
Γενικήεκφυγήςεκφυγών
Αιτιατικήεκφυγήεκφυγές
Κλητικήεκφυγήεκφυγές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →