εκφυλίζομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος εκφυλίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκφυλίζομαι | εκφυλίζεσαι | εκφυλίζεται | εκφυλιζόμαστε | εκφυλίζεστε | εκφυλίζονται |
| Παρατατικός | εκφυλιζόμουν / εκφυλιζόμουνα | εκφυλιζόσουν / εκφυλιζόσουνα | εκφυλιζόταν / εκφυλιζότανε | εκφυλιζόμασταν / εκφυλιζόμαστε | εκφυλιζόσασταν / εκφυλιζόσαστε | εκφυλίζονταν / εκφυλιζόντουσαν |
| Αόριστος | εκφυλίστηκα | εκφυλίστηκες | εκφυλίστηκε | εκφυλιστήκαμε | εκφυλιστήκατε | εκφυλίστηκαν / εκφυλιστήκαν / εκφυλιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα εκφυλίζομαι / θα εκφυλιστώ | θα εκφυλίζεσαι / θα εκφυλιστείς | θα εκφυλίζεται / θα εκφυλιστεί | θα εκφυλιζόμαστε / θα εκφυλιστούμε | θα εκφυλίζεστε / θα εκφυλιστείτε | θα εκφυλίζονται / θα εκφυλιστούν / θα εκφυλιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω εκφυλιστεί | έχεις εκφυλιστεί | έχει εκφυλιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκφυλιστεί | είχες εκφυλιστεί | είχε εκφυλιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκφυλιστεί / να εκφυλίζομαι / να εκφυλιστώ | να έχεις εκφυλιστεί / να εκφυλίζεσαι / να εκφυλιστείς | να έχει εκφυλιστεί / να εκφυλίζεται / να εκφυλιστεί | να εκφυλιζόμαστε / να εκφυλιστούμε | να εκφυλίζεστε / να εκφυλιστείτε | να εκφυλίζονται / να εκφυλιστούν / να εκφυλιστούνε |
| Προστακτική | — | εκφυλίζου / εκφυλίσου | — | — | εκφυλίζεστε / εκφυλιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →