εκφυλισμός
•
- ηθική διαφθορά, ηθική κατάπτωση, εξαχρείωση Βικιλεξικό
- μεταφορικάη θεμελιώδης και αρνητική μεταβολή στη φύση, στο χαρακτήρα πράγματος, κατάστασης ή ενέργειας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκφυλισμός < (εκφυλίζω) εκφυλισ- + -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκφυλισμός | εκφυλισμοί |
| Γενική | εκφυλισμού | εκφυλισμών |
| Αιτιατική | εκφυλισμό | εκφυλισμούς |
| Κλητική | εκφυλισμέ | εκφυλισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →