εκφωνητής
•
- αυτός που εκφωνεί κάποιο κείμενο Βικιλεξικό
- ειδικότερααυτός που κάνει τις εκφωνήσεις σε ραδιοφωνικό σταθμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκφωνητής < εκφωνώ, εκφωνη- + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκφωνητής | εκφωνητές |
| Γενική | εκφωνητή | εκφωνητών |
| Αιτιατική | εκφωνητή | εκφωνητές |
| Κλητική | εκφωνητή | εκφωνητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →