εκφώνηση
•
- η ανάγνωση κειμένου ώστε να ακούγεται από άλλους Βικιλεξικό
- Η εκφώνηση του προβλήματος έγινε με λανθασμένο τρόπο και δεν το έλυσε κανένας μαθητής!
Ετυμολογία
εκφώνηση < εκφωνώ < εκ + φωνέω-ῶ (φωνάζω στα αρχ. ελλ.)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκφώνηση | εκφωνήσεις |
| Γενική | εκφώνησης | εκφωνήσεων |
| Αιτιατική | εκφώνηση | εκφωνήσεις |
| Κλητική | εκφώνηση | εκφωνήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →