Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκφώνηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ανάγνωση κειμένου ώστε να ακούγεται από άλλους Βικιλεξικό
    • Η εκφώνηση του προβλήματος έγινε με λανθασμένο τρόπο και δεν το έλυσε κανένας μαθητής!

Ετυμολογία

εκφώνηση < εκφωνώ < εκ + φωνέω-ῶ (φωνάζω στα αρχ. ελλ.)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκφώνησηεκφωνήσεις
Γενικήεκφώνησηςεκφωνήσεων
Αιτιατικήεκφώνησηεκφωνήσεις
Κλητικήεκφώνησηεκφωνήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →