εκχέρσωση
•
- μεταβολή χέρσου εδάφους σε καλλιεργήσιμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκχέρσωση < εκχερσώ(νω) + -σις > -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκχέρσωση | εκχερσώσεις |
| Γενική | εκχέρσωσης | εκχερσώσεων |
| Αιτιατική | εκχέρσωση | εκχερσώσεις |
| Κλητική | εκχέρσωση | εκχερσώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →