Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκχερσώνω

ρήμα
•
  1. ξεχερσώνω κάνω τις κατάλληλες ενέργειες ώστε να μεταβληθεί ένα χέρσο έδαφος σε καλλιεργήσιμο, αφαιρώντας τις πέτρες κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκχερσώνω < μεσαιωνική ελληνική ἐκχερσῶ < ἐκ + (ελληνιστική κοινή) χερσόω, -ῶ < αρχαία ελληνική χέρσος ((μεταφραστικό δάνειο) νέα ελληνική ξεχερσώνω)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεκχερσώνωεκχερσώνειςεκχερσώνειεκχερσώνουμεεκχερσώνετεεκχερσώνουν / εκχερσώνουνε
Παρατατικόςεκχέρσωναεκχέρσωνεςεκχέρσωνεεκχερσώναμεεκχερσώνατεεκχέρσωναν / εκχερσώναν / εκχερσώνανε
Αόριστοςεκχέρσωσαεκχέρσωσεςεκχέρσωσεεκχερσώσαμεεκχερσώσατεεκχέρσωσαν / εκχερσώσαν / εκχερσώσανε
Μέλλονταςθα εκχερσώνω / θα εκχερσώσωθα εκχερσώνεις / θα εκχερσώσειςθα εκχερσώνει / θα εκχερσώσειθα εκχερσώνουμε / θα εκχερσώσουμεθα εκχερσώνετε / θα εκχερσώσετεθα εκχερσώνουν / θα εκχερσώνουνε / θα εκχερσώσουν / θα εκχερσώσουνε
Παρακείμενοςέχω εκχερσώσειέχεις εκχερσώσειέχει εκχερσώσει———
Υπερσυντέλικοςείχα εκχερσώσειείχες εκχερσώσειείχε εκχερσώσει———
Υποτακτικήνα έχω εκχερσώσει / να εκχερσώνω / να εκχερσώσωνα έχεις εκχερσώσει / να εκχερσώνεις / να εκχερσώσειςνα έχει εκχερσώσει / να εκχερσώνει / να εκχερσώσεινα εκχερσώνουμε / να εκχερσώσουμενα εκχερσώνετε / να εκχερσώσετενα εκχερσώνουν / να εκχερσώνουνε / να εκχερσώσουν / να εκχερσώσουνε
Προστακτική—έχε εκχερσωμένο / εκχέρσωσε——εκχερσώνετε / εκχερσώστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

εκχερσώθηκαεκχερσώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →