εκχυλίζω
•
- χημείαεφαρμόζω ή πραγματοποιώ εκχύλιση, παίρνω ένα μείγμα ουσιών μιας πρώτης ύλης με τη χρήση κατάλληλου διαλύτη και υποβάλλοντάς την σε πίεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκχυλίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκχυλίζω < ἐκ + χυλίζω < χυλός
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκχυλίζω | εκχυλίζεις | εκχυλίζει | εκχυλίζουμε | εκχυλίζετε | εκχυλίζουν / εκχυλίζουνε |
| Παρατατικός | εκχύλιζα | εκχύλιζες | εκχύλιζε | εκχυλίζαμε | εκχυλίζατε | εκχυλίζαν / εκχυλίζανε / εκχύλιζαν |
| Αόριστος | εκχύλισα | εκχύλισες | εκχύλισε | εκχυλίσαμε | εκχυλίσατε | εκχυλίσαν / εκχυλίσανε / εκχύλισαν |
| Μέλλοντας | θα εκχυλίζω / θα εκχυλίσω | θα εκχυλίζεις / θα εκχυλίσεις | θα εκχυλίζει / θα εκχυλίσει | θα εκχυλίζουμε / θα εκχυλίσουμε | θα εκχυλίζετε / θα εκχυλίσετε | θα εκχυλίζουν / θα εκχυλίζουνε / θα εκχυλίσουν / θα εκχυλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκχυλίσει | έχεις εκχυλίσει | έχει εκχυλίσει | έχουμε εκχυλίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκχυλίσει | είχες εκχυλίσει | είχε εκχυλίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκχυλίσει / να εκχυλίζω / να εκχυλίσω | να έχεις εκχυλίσει / να εκχυλίζεις / να εκχυλίσεις | να έχει εκχυλίσει / να εκχυλίζει / να εκχυλίσει | να έχουμε εκχυλίσει / να εκχυλίζουμε / να εκχυλίσουμε | να εκχυλίζετε / να εκχυλίσετε | να εκχυλίζουν / να εκχυλίζουνε / να εκχυλίσουν / να εκχυλίσουνε |
| Προστακτική | — | εκχύλιζε / εκχύλισε | — | — | εκχυλίζετε / εκχυλίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εκχυλίστηκαεκχυλίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →