εκών άκων
•
- απαρχαιωμένοεκείνος που δρα εκούσια ή ακούσια, με το ζόρι, θέλoντας και μη, είτε με τη θέλησή του είτε χωρίς αυτήν Βικιλεξικό
- συνήθως οι λανθάνουσες συγκρούσεις στην κοινωνία επιλύονται με καταμέτρηση ψήφων (π.χ. εκλογές), ώστε η απόφαση να ληφθεί με βάση την αρχή της πλειοψηφίας, ενώ η μειοψηφούσα άποψη εκούσα άκουσα αναλύεται ελεεινολογώντας σε καταδικαστικές φωνές στα διάφορα φόρα (διαδικτυακά ή μη)
- (καθαρεύουσα) Μετὰ τὴν νίκην, φοβούμενος ὁ ἅγιος αὐτοκράτωρ μὴ ἀναγκασθῇ καὶ πάλιν ὑπὸ τῶν ἀγριανθρώπων ἐκείνων να διακόψῃ τάς εὐσεβεῖς αὐτοῦ ἀσχολίας, ἀπεφάσισεν ἢ πάντας τοὺς νικηθέντας να ἐξολοθρεύσῃ ἢ ἑκόντας ἄκοντας ὅλους να βαπτίσῃ.
Ετυμολογία
εκών άκων < → δείτε εκών < αρχαία ελληνική ἑκών & άκων < αρχαία ελληνική ἄκων. Η φράση στην καθαρεύουσα όπως νεολατινικά: nolens volens (από το 16ο αιώνα). Παρόμοιες φράσεις αρχαία ελληνικά: ἄκων ἢ ἑκών (Δημοσθένης, Κατὰ Ἀριστοκράτους, 47, και αλλού) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →