Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελάτι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροπουποκοριστικό του έλατο Βικιλεξικό
    • Ο σεβντάς του ήτανε τα κλέφτικα. Η ζωή, που πέρασε στα ρουμελιώτικα βουνά κυνηγώντας τους φυγόδικους, του πλούτισε την ανθολογία και του ταίριασε τη φωνή με το γαργάρισμα της βρύσης και τη λαλιά της πέρδικας, με τη βουή του ελατιού και την τζαμάρα του τσοπάνη. (Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Ο πύργος του ακροπόταμου, Αθήνα, Φέξης, 1915)

Ετυμολογία

ελάτι < έλατο + -ι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήελάτιελάτια
Γενικήελατιούελατιών
Αιτιατικήελάτιελάτια
Κλητικήελάτιελάτια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →