ελέγξιμος
•
- που μπορεί να ελεγχθεί, να τεθεί υπό έλεγχο Βικιλεξικό
- Οι υπαρκτές, με αυτή την έννοια, πολιτικές διακρίσεις εκ μέρους της διοίκησης είτε εμφιλοχωρούν στην άσκηση διακριτικής ευχέρειας στην άσκηση διακριτικής ευχέρειας είτε κρύβονται πίσω από αναληθή αιτιολογία πράξεων, τυγχάνουν πάντως δικαστικά ελέγξιμες, ενώ άλλοτε ούτε αυτό ήταν δεδομένο. (Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003: από το τέλος του εμφυλίου στο τέλος της μεταπολίτευσης, Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΛΕΔΑ), εκδ. Καστανιώτη, 2004, σελ. 177)
Ετυμολογία
ελέγξιμος < ελέγχω + -ιμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ελέγξιμος | ελέγξιμη | ελέγξιμο |
| Γενική | ελέγξιμου | ελέγξιμης | ελέγξιμου |
| Αιτιατική | ελέγξιμο | ελέγξιμη | ελέγξιμο |
| Κλητική | ελέγξιμε | ελέγξιμη | ελέγξιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ελέγξιμοι | ελέγξιμες | ελέγξιμα |
| Γενική | ελέγξιμων | ελέγξιμων | ελέγξιμων |
| Αιτιατική | ελέγξιμους | ελέγξιμες | ελέγξιμα |
| Κλητική | ελέγξιμοι | ελέγξιμες | ελέγξιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →