ελέησον
•
- αρχαιοπρεπέςλειτουργική προστακτική μορφή του αρχαίου ρήματος «ἐλεῶ», που χρησιμοποιείται ως σύντομη επίκληση προς τον Θεό για παροχή ελέους, συγχώρησης και θείας βοήθειας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελέησον < αρχαία ελληνική ἐλέησον < ἐλεῶ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →