Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελέω Θεού

φράση
•
  1. λόγιοπαγιωμένη φράση που δηλώνει ότι η εξουσία ή η ιδιότητα κάποιου αποδίδεται σε θεία βούληση, ενώ κατ’ επέκταση χρησιμοποιείται και ειρωνικά για προνόμιο ή εύνοια που προκύπτει «άνωθεν» ή μέσω ισχυρής στήριξης Βικιλεξικό
    • Το σχήμα αυτό μετέτρεψε τον «ελέω Θεού» μονάρχη σε «αντικείμενο του ελέους» των ανώτατων κληρικών, αφού αυτοί είναι σε θέση να κηρύξουν τον μονάρχη επίορκο και απόβλητο από την Εκκλησία του Χριστού, δηλαδή από την κοινωνία των χριστιανών αρχόντων, κατάσταση η οποία δικαιολογούσε την εχθροπραξία σε βάρος του. (Άλκης Ν. Δερβιτσιώτης, Η έννοια της Κυβέρνησης, εκδ. Π. Ν. Σάκκουλας, 2019, σελ. 29)
    • Η προσπάθειά του να επαναφέρει την ελέω Θεού νομιμότητα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς αποτελούσε αναχρονισμό μετά τη Γαλλική Επανάσταση. Όμως παρά το 1821 στην Ελλάδα και το 1830 στη Γαλλία , ο Μέτερνιχ κατάφερε να διατηρηθεί η ειρήνη στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες έως το 1848... (Θάνος Βερέμης, 1821. Η δημιουργία ενός έθνους-κράτους, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)

Ετυμολογία

ελέω Θεού < μεσαιωνική ελληνική ἐλέῳ θεοῦ < αρχαία ελληνική ἔλεος + θεός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →