ελαιοχρωματιστής
•
- επάγγελμααυτός που ελαιοχρωματίζει Βικιλεξικό
- Θα έχει τύχει και σε εσάς. Να κλείνετε ραντεβού, να περιμένετε όλο το απόγευμα τον μαστρο-Παύλο να επισκευάσει το χαλασμένο φωτιστικό της κουζίνας και το βράδυ να δειπνείτε με κεριά, όχι επειδή παραμένετε αθεράπευτα ρομαντικοί, αλλά επειδή ο ακατονόμαστος δεν ήρθε ποτέ. Αν δεν την πάθατε με τον ηλεκτρολόγο, θα την έχετε πάθει με τον υδραυλικό, με τον πατωματζή, με τον ελαιοχρωματιστή…*
Ετυμολογία
ελαιοχρωματιστής < ελαιοχρωματίζω + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ελαιοχρωματιστής | ελαιοχρωματιστές |
| Γενική | ελαιοχρωματιστή | ελαιοχρωματιστών |
| Αιτιατική | ελαιοχρωματιστή | ελαιοχρωματιστές |
| Κλητική | ελαιοχρωματιστή | ελαιοχρωματιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →