ελασματοποιώ
•
- κατεργάζομαι κομμάτι μετάλλου, ώστε να του δώσω τη μορφή ελάσματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελασματοποιώ < έλασμα + -ο- + -ποιώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική laminer)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ελασματοποιώ | ελασματοποιείς | ελασματοποιεί | ελασματοποιούμε | ελασματοποιείτε | ελασματοποιούν / ελασματοποιούνε |
| Παρατατικός | ελασματοποιούσα | ελασματοποιούσες | ελασματοποιούσε | ελασματοποιούσαμε | ελασματοποιούσατε | ελασματοποιούσαν / ελασματοποιούσανε |
| Αόριστος | ελασματοποίησα | ελασματοποίησες | ελασματοποίησε | ελασματοποιήσαμε | ελασματοποιήσατε | ελασματοποίησαν / ελασματοποιήσαν / ελασματοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα ελασματοποιήσω / θα ελασματοποιώ | θα ελασματοποιήσεις / θα ελασματοποιείς | θα ελασματοποιήσει / θα ελασματοποιεί | θα ελασματοποιήσουμε / θα ελασματοποιούμε | θα ελασματοποιήσετε / θα ελασματοποιείτε | θα ελασματοποιήσουν / θα ελασματοποιήσουνε / θα ελασματοποιούν / θα ελασματοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω ελασματοποιήσει | έχεις ελασματοποιήσει | έχει ελασματοποιήσει | έχουμε ελασματοποιήσει | έχετε ελασματοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ελασματοποιήσει | είχες ελασματοποιήσει | είχε ελασματοποιήσει | είχαμε ελασματοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ελασματοποιήσει / να ελασματοποιήσω / να ελασματοποιώ | να έχεις ελασματοποιήσει / να ελασματοποιήσεις / να ελασματοποιείς | να έχει ελασματοποιήσει / να ελασματοποιήσει / να ελασματοποιεί | να έχουμε ελασματοποιήσει / να ελασματοποιήσουμε / να ελασματοποιούμε | να έχετε ελασματοποιήσει / να ελασματοποιήσετε / να ελασματοποιείτε | να ελασματοποιήσουν / να ελασματοποιήσουνε / να ελασματοποιούν / να ελασματοποιούνε |
| Προστακτική | — | ελασματοποίει / ελασματοποίησε | — | — | ελασματοποιήστε / ελασματοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →