ελατήριο
•
- μεταλλικό εξάρτημα που έχει ελαστικότητα και τη δυνατότητα να συμπτύσσεται ή να επεκτείνεται όταν ασκούμε πίεση ενώ επανέρχεται στην αρχική του κατάσταση όταν σταματήσουμε να ασκούμε πίεση Βικιλεξικό
- κίνητρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελατήριο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐλατήριον (που διώχνει, καθαρτικό). Η έννοια ως εξάρτημα, είτε από το ἐλατός (< ἐλαύνω) είτε μέσω της αγγλικής λέξης spring ή άλλων ξένων όρων
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ελατήριο | ελατήρια |
| Γενική | ελατήριου / ελατηρίου | ελατηρίων |
| Αιτιατική | ελατήριο | ελατήρια |
| Κλητική | ελατήριο | ελατήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →