Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελαττωματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει κάποιο ελάττωμα Βικιλεξικό
    • Οι αφλατοξίνες είναι μυκοτοξίνες οι οποίες παράγονται από ορισμένα είδη μυκήτων της ομάδας Aspergillus section Flavi και μολύνουν διάφορα είδη τροφίμων, μεταξύ αυτών και τα κελυφωτά φιστίκια. Εμφανίζουν υψηλή τοξικότητα, καρκινογόνο και μεταλλαξιογόνο δράση στον άνθρωπο και τα ζώα. Μία καλή πρακτική που εφαρμόζεται ως προληπτικό μέτρο για τη μείωση της συγκέντρωσης της αφλατοξίνης σε μία παρτίδα είναι ο διαχωρισμός των ελαττωματικών καρπών, με αυτόματα μηχανικά συστήματα ή χειροδιαλογή.
    • Πάλι η απόσταση μεταξύ πόθου, αδιαφορίας και απωθήσεως είναι μια τρίχα. Πάλι το ακανόνιστο και το ελαττωματικό διεγείρουν. Μια μη μετρήσιμη διαφορετική καμπυλότητα σ' έναν γοφό, σε μια κοιλιά, ένα απειροελάχιστο επιπλέον πέσιμο του γυναικείου στήθους, ένας μόλις αισθητός και φυσικά μη μετρήσιμος ολόκορμος κυματισμός μπορεί να προκαλέσει σε κάποιον πόθο. Σε έναν άλλο ίσως δημιουργήσει απώθηση και η αμέσως παρακάτω ή παραπάνω διαβάθμιση να του δημιουργήσει πόθο. (Σωτήρης Δημητρίου, Τα οπωροφόρα της Αθήνας, εκδ. Πατάκη, 2016)

Ετυμολογία

ελαττωματικός < ελάττωμα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελαττωματικόςελαττωματικήελαττωματικό
Γενικήελαττωματικούελαττωματικήςελαττωματικού
Αιτιατικήελαττωματικόελαττωματικήελαττωματικό
Κλητικήελαττωματικέελαττωματικήελαττωματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελαττωματικοίελαττωματικέςελαττωματικά
Γενικήελαττωματικώνελαττωματικώνελαττωματικών
Αιτιατικήελαττωματικούςελαττωματικέςελαττωματικά
Κλητικήελαττωματικοίελαττωματικέςελαττωματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →