ελαφίνα
•
- θηλαστικό ζώοτο θηλυκό ελάφι Βικιλεξικό
- μεταφορικάη χαριτωμένη νεαρή γυναίκα Βικιλεξικό
- Καταπληκτική κοπέλα, λυγερή και όμορφη κορμοστασιά, σαν ελαφίνα.
- μεταφορικάη φοβισμένη νεαρή γυναίκα Βικιλεξικό
- Πετάχτηκε σαν ελαφίνα μόλις ο βοριάς σφάλισε με πάταγο την πόρτα.
Ετυμολογία
ελαφίνα < ελάφι + κατάληξη θηλυκού -ίνα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ελαφίνα | ελαφίνες |
| Γενική | ελαφίνας | ελαφίνων |
| Αιτιατική | ελαφίνα | ελαφίνες |
| Κλητική | ελαφίνα | ελαφίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →