Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελαφρολαϊκός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μουσικήπου έχει σχέση με το ελαφρολαϊκό ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοελαφρολαϊκό: (μουσική) μουσικό είδος τραγουδιού που αναπτύχθηκε κυρίως στον 20ό αιώνα και συνδυάζει απλοποιημένη μελωδική και θεματική γραφή του ελαφρού τραγουδιού με χαρακτηριστικά μοτίβα και τρόπους της λαϊκής μουσικής, απευθυνόμενο σε ευρύ κοινό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελαφρολαϊκός < ελαφρός + -ο- + λαϊκός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελαφρολαϊκόςελαφρολαϊκήελαφρολαϊκό
Γενικήελαφρολαϊκούελαφρολαϊκήςελαφρολαϊκού
Αιτιατικήελαφρολαϊκόελαφρολαϊκήελαφρολαϊκό
Κλητικήελαφρολαϊκέελαφρολαϊκήελαφρολαϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελαφρολαϊκοίελαφρολαϊκέςελαφρολαϊκά
Γενικήελαφρολαϊκώνελαφρολαϊκώνελαφρολαϊκών
Αιτιατικήελαφρολαϊκούςελαφρολαϊκέςελαφρολαϊκά
Κλητικήελαφρολαϊκοίελαφρολαϊκέςελαφρολαϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →