ελαφρομυαλιά
•
- λόγιοη ιδιότητα ή η συμπεριφορά του ελαφρόμυαλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελαφρομυαλιά < ελαφρόμυαλος + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ελαφρομυαλιά | ελαφρομυαλιές |
| Γενική | ελαφρομυαλιάς | ελαφρομυαλιών |
| Αιτιατική | ελαφρομυαλιά | ελαφρομυαλιές |
| Κλητική | ελαφρομυαλιά | ελαφρομυαλιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →