Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελαφρυντικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ελαφραίνει κάτι, το κάνει μικρότερο Βικιλεξικό
    • Για τους πρώτους έξι μήνες και μέχρι την εκκαθάριση των φορολογικών δηλώσεων του 2016, δηλαδή μέχρι τον Ιούνιο 2017, βάση υπολογισμού των εισφορών θα είναι το καθαρό φορολογητέο αποτέλεσμα του 2015. Μετά την εκκαθάριση των φορολογικών δηλώσεων του 2016, θα γίνει ο αναγκαίος συμψηφισμός – χρεωστικός ή ελαφρυντικός. (*)
  2. που ελαφραίνει την ευθύνη κάποιου για ένα αδίκημα ή λάθος, την κάνει μικρότερη Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοτο ελαφρυντικό: (νομικός όρος) στοιχείο που μετριάζει την ποινή που επιβάλλεται σε κάποιον, ωθώντας σε επίδειξη επιείκειας Βικιλεξικό
    • Κανένα ελαφρυντικό δεν αναγνώρισε ο Άρειος Πάγος σε 32χρονο -απεξαρτημένο πλέον- χρήστη ναρκωτικών, που είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση 4 ετών επειδή πριν από 13 χρόνια έκλεψε ένα λάστιχο και μία ζάντα αυτοκινήτου με την απειλή μαχαιριού. (*)
    • Επομένως, για την στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα, (θετικά), περιστατικά έντιμης ζωής με αξιοσημείωτη και επιβραβεύσιμη συμπεριφορά μέχρι την τέλεση της πράξης και απόδειξη θετικής και επωφελούς για την κοινωνία δράσης σε όλους τους τομείς της ζωής του (Απόφαση 1328 / 2018, Άρειος Πάγος https://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=3MMPGP1TCLXMS0SXEUIG0HGCFA2MJF&apof=1328_2018&info=%D0%CF%C9%CD%C9%CA%C5%D3%20-%20%20%C5)

Ετυμολογία

ελαφρυντικός < ελαφρύνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελαφρυντικόςελαφρυντικήελαφρυντικό
Γενικήελαφρυντικούελαφρυντικήςελαφρυντικού
Αιτιατικήελαφρυντικόελαφρυντικήελαφρυντικό
Κλητικήελαφρυντικέελαφρυντικήελαφρυντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελαφρυντικοίελαφρυντικέςελαφρυντικά
Γενικήελαφρυντικώνελαφρυντικώνελαφρυντικών
Αιτιατικήελαφρυντικούςελαφρυντικέςελαφρυντικά
Κλητικήελαφρυντικοίελαφρυντικέςελαφρυντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →