ελαφρότητα
•
- κυριολεκτικάτο να μην έχει κάτι ή κάποιος μεγάλο βάρος Βικιλεξικό
- μεταφορικάη επιπολαιότητα Βικιλεξικό
- μεταφορικάανάρμοστη συμπεριφορά, που δεν σέβεται τους ηθικούς κανόνες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελαφρότητα < αρχαία ελληνική ἐλαφρότης < ἐλαφρός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁léngʰus < *h₁lengʷʰ- (ελαφρός) + *-us
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ελαφρότητα | ελαφρότητες |
| Γενική | ελαφρότητας | ελαφροτήτων |
| Αιτιατική | ελαφρότητα | ελαφρότητες |
| Κλητική | ελαφρότητα | ελαφρότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →