Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελαφόπουλο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. θηλαστικό ζώουποκοριστικό του ελάφι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελαφόπουλο < μεσαιωνική ελληνική ελαφόπουλο(ν) / λαφόπουλο(ν) < ελάφ(ι) + -όπουλο(ν)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήελαφόπουλοελαφόπουλα
Γενικήελαφόπουλουελαφόπουλων
Αιτιατικήελαφόπουλοελαφόπουλα
Κλητικήελαφόπουλοελαφόπουλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →