ελαχιστοποιούμαι
•
- με κάνουν ελάχιστο, με κάνουν να είμαι ή να μοιάζω ασήμαντος, με περιορίζουν Βικιλεξικό
- ελαχιστοποιείται η ζημία, η πιθανοτητα λάθους, η επίπτωση
Ετυμολογία
ελαχιστοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος ελαχιστοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ελαχιστοποιούμαι | ελαχιστοποιείσαι | ελαχιστοποιείται | ελαχιστοποιούμαστε | ελαχιστοποιείστε | ελαχιστοποιούνται |
| Παρατατικός | ελαχιστοποιούμουν | ελαχιστοποιούσουν | ελαχιστοποιούνταν | ελαχιστοποιούμασταν / ελαχιστοποιούμαστε | ελαχιστοποιούσασταν / ελαχιστοποιούσαστε | ελαχιστοποιούνταν |
| Αόριστος | ελαχιστοποιήθηκα | ελαχιστοποιήθηκες | ελαχιστοποιήθηκε | ελαχιστοποιηθήκαμε | ελαχιστοποιηθήκατε | ελαχιστοποιήθηκαν / ελαχιστοποιηθήκαν / ελαχιστοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα ελαχιστοποιηθώ / θα ελαχιστοποιούμαι | θα ελαχιστοποιείσαι / θα ελαχιστοποιηθείς | θα ελαχιστοποιείται / θα ελαχιστοποιηθεί | θα ελαχιστοποιηθούμε / θα ελαχιστοποιούμαστε | θα ελαχιστοποιείστε / θα ελαχιστοποιηθείτε | θα ελαχιστοποιηθούν / θα ελαχιστοποιηθούνε / θα ελαχιστοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω ελαχιστοποιηθεί | έχεις ελαχιστοποιηθεί | έχει ελαχιστοποιηθεί | έχουμε ελαχιστοποιηθεί | έχετε ελαχιστοποιηθεί | έχουν ελαχιστοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα ελαχιστοποιηθεί | είχες ελαχιστοποιηθεί | είχε ελαχιστοποιηθεί | είχαμε ελαχιστοποιηθεί | είχατε ελαχιστοποιηθεί | είχαν ελαχιστοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω ελαχιστοποιηθεί / να ελαχιστοποιηθώ / να ελαχιστοποιούμαι | να έχεις ελαχιστοποιηθεί / να ελαχιστοποιείσαι / να ελαχιστοποιηθείς | να έχει ελαχιστοποιηθεί / να ελαχιστοποιείται / να ελαχιστοποιηθεί | να έχουμε ελαχιστοποιηθεί / να ελαχιστοποιηθούμε / να ελαχιστοποιούμαστε | να έχετε ελαχιστοποιηθεί / να ελαχιστοποιείστε / να ελαχιστοποιηθείτε | να έχουν ελαχιστοποιηθεί / να ελαχιστοποιηθούν / να ελαχιστοποιηθούνε / να ελαχιστοποιούνται |
| Προστακτική | — | ελαχιστοποιήσου | — | — | ελαχιστοποιείστε / ελαχιστοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →