Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελαχιστοποιούμαι

ρήμα
•
  1. με κάνουν ελάχιστο, με κάνουν να είμαι ή να μοιάζω ασήμαντος, με περιορίζουν Βικιλεξικό
    • ελαχιστοποιείται η ζημία, η πιθανοτητα λάθους, η επίπτωση

Ετυμολογία

ελαχιστοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος ελαχιστοποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςελαχιστοποιούμαιελαχιστοποιείσαιελαχιστοποιείταιελαχιστοποιούμαστεελαχιστοποιείστεελαχιστοποιούνται
Παρατατικόςελαχιστοποιούμουνελαχιστοποιούσουνελαχιστοποιούντανελαχιστοποιούμασταν / ελαχιστοποιούμαστεελαχιστοποιούσασταν / ελαχιστοποιούσαστεελαχιστοποιούνταν
Αόριστοςελαχιστοποιήθηκαελαχιστοποιήθηκεςελαχιστοποιήθηκεελαχιστοποιηθήκαμεελαχιστοποιηθήκατεελαχιστοποιήθηκαν / ελαχιστοποιηθήκαν / ελαχιστοποιηθήκανε
Μέλλονταςθα ελαχιστοποιηθώ / θα ελαχιστοποιούμαιθα ελαχιστοποιείσαι / θα ελαχιστοποιηθείςθα ελαχιστοποιείται / θα ελαχιστοποιηθείθα ελαχιστοποιηθούμε / θα ελαχιστοποιούμαστεθα ελαχιστοποιείστε / θα ελαχιστοποιηθείτεθα ελαχιστοποιηθούν / θα ελαχιστοποιηθούνε / θα ελαχιστοποιούνται
Παρακείμενοςέχω ελαχιστοποιηθείέχεις ελαχιστοποιηθείέχει ελαχιστοποιηθείέχουμε ελαχιστοποιηθείέχετε ελαχιστοποιηθείέχουν ελαχιστοποιηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα ελαχιστοποιηθείείχες ελαχιστοποιηθείείχε ελαχιστοποιηθείείχαμε ελαχιστοποιηθείείχατε ελαχιστοποιηθείείχαν ελαχιστοποιηθεί
Υποτακτικήνα έχω ελαχιστοποιηθεί / να ελαχιστοποιηθώ / να ελαχιστοποιούμαινα έχεις ελαχιστοποιηθεί / να ελαχιστοποιείσαι / να ελαχιστοποιηθείςνα έχει ελαχιστοποιηθεί / να ελαχιστοποιείται / να ελαχιστοποιηθείνα έχουμε ελαχιστοποιηθεί / να ελαχιστοποιηθούμε / να ελαχιστοποιούμαστενα έχετε ελαχιστοποιηθεί / να ελαχιστοποιείστε / να ελαχιστοποιηθείτενα έχουν ελαχιστοποιηθεί / να ελαχιστοποιηθούν / να ελαχιστοποιηθούνε / να ελαχιστοποιούνται
Προστακτική—ελαχιστοποιήσου——ελαχιστοποιείστε / ελαχιστοποιηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →