Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελαϊκός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση ή αναφέρεται στην ελιά (ελαιόδεντρο, ελαιόκαρπο, ελαιόλαδο) Βικιλεξικό
    • Προτάσεις για την ελαϊκή πολιτική επεξεργάζεται ο Σύνδεσμος Ελαιοκομικών Δήμων Κρήτης.
  2. χημείαπου έχει σχέση ή αναφέρεται σε χημικές ενώσεις που βρίσκονται σε έλαια ή λίπη Βικιλεξικό
    • Η ελαϊκή μονοαιθανολαμίνη (monoethanolamine oleate) είναι ένα ήπιο σκληρυντικό. Το ένα συνθετικό της, το ελαϊκό οξύ είναι...
  3. ουσιαστικοποιημένοελαϊκή: είδος τυριού που συντηρείται στο λάδι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελαϊκός < (ελληνιστική κοινή) ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλικά oléique)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελαϊκόςελαϊκήελαϊκό
Γενικήελαϊκούελαϊκήςελαϊκού
Αιτιατικήελαϊκόελαϊκήελαϊκό
Κλητικήελαϊκέελαϊκήελαϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελαϊκοίελαϊκέςελαϊκά
Γενικήελαϊκώνελαϊκώνελαϊκών
Αιτιατικήελαϊκούςελαϊκέςελαϊκά
Κλητικήελαϊκοίελαϊκέςελαϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →