ελεεινολόγηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ελεεινολογώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελεεινολόγηση < ελεεινολογώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ελεεινολόγηση | ελεεινολογήσεις |
| Γενική | ελεεινολόγησης | ελεεινολογήσεων |
| Αιτιατική | ελεεινολόγηση | ελεεινολογήσεις |
| Κλητική | ελεεινολόγηση | ελεεινολογήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →