Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελεμές

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικόαγύρτης, αλήτης, απατεώνας, άτομο κατώτερου ποιού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελεμές < οθωμανική τουρκική الهمه (στην τουρκική γλώσσα elleme) < οθωμανικά τουρκικά المك (elemek), στην τουρκική γλώσσα elemek (κοσκινίζω, κάνω διαλογή, απορρίπτω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήελεμέςελεμέδες
Γενικήελεμέελεμέδων
Αιτιατικήελεμέελεμέδες
Κλητικήελεμέελεμέδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →