ελενίτ
•
- παρωχημένοπλάκα αμιαντοτσιμέντου (αμιαντοσανίδα) που χρησιμοποιείτο στην κατασκευή στέγης (ή υπόστεγου), με σχήμα κυματοειδές σε απομίμηση κεραμοσκεπής, καθώς και σωλήνες από το ίδιο υλικό Βικιλεξικό
- τα προϊόντα και υλικά που προέρχονται από εκσκαφές, κατεδαφίσεις και γενικά οικοδομικές εργασίες (μπάζα) καθώς επίσης και τα τοξικά – επικίνδυνα απορρίμματα (π.χ προϊόντα αμιάντου-ελενίτ κ.α) δεν εμπίπτουν στις κατηγορίες αποβλήτων στην περισυλλογή των οποίων υποχρεούται η Υπηρεσία (Διεύθυνση Καθαριότητας: Ευθύνη των δημοτών η αποκομιδή των τοξικών – επικίνδυνων απορριμμάτων, 4 Μαρτίου 2016, e-thessalia.gr https://e-thessalia.gr/diefthynsi-kathariotitas-efthyni-ton-dimoton-apokomidi-ton-toxikon-epikindynon-aporrimmaton/)
- κυματοειδή φύλλα για κατασκευή σκεπής που μοιάζουν στο σχήμα με τα παλαιά ελενίτ και προσφέρονται με τον χαρακτηρισμό τύπου ελενίτ Βικιλεξικό
- Κυματοειδή πολυεστερικά φύλλα τύπου "Ελενίτ" (διατομή ... (από εμπορική ιστοσελίδα πώλησης δομικών υλικών, ανακτήθηκε 6/11/2021)
- Πολυεστερικά αυλακωτά φύλλα τύπου ΕΛΕΝΙΤ (πλαστικό) (από εμπορική ιστοσελίδα πώλησης δομικών υλικών, ανακτήθηκε 6/11/2021)
Ετυμολογία
ελενίτ < ΕΛΛΕΝΙΤ (σήμα κατατεθέν)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →